• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lay into [sb] vtr phrasal insepinformal (attack) (ανεπίσημο, αργκό)την πέφτω σε κπ έκφρ
  επιτίθεμαι σε κπ ρ αμ + πρόθ
 The attacker laid into his victim with several punches to the head.
lay into [sb] vtr phrasal insepinformal (criticize) (αργκό)τη λέω σε κπ, τα χώνω σε κπ έκφρ
 Kate laid into her husband for arriving late.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lay into στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «lay into».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!